Παρασκευή 20 Φεβρουαρίου 2004

Τα έκθετα του Πανεπιστημίου


Προκειμένου να συμμετάσχει με ανακοίνωση σε διεθνές συνέδριο Χημικών, πραγματοποιούμενο σε χώρο της Πανεπιστημιούπολης, έφθασε προ μηνός ο εγγονός του Κυριάκου Βαρβαρέσου, καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Johns Hopkins της Βαλτιμόρης, από τα πρωτεύοντα των ΗΠΑ. Πριν αναχωρήσει, θέλησε να επισκεφθεί το σπἱτι, όπου η μητέρα του πέρασε τα παιδικά και σχολικά της χρόνια. Το ακίνητο, στη Λεωφόρο Ποσειδώνος 30 στο Παλαιό Φάληρο (έναντι του Φλοίσβου), μετά τον θάνατο του επιφανούς οικονομολόγου, δώρησε η οικογένειά του στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, για να παρέχονται από τα έσοδα του εξ ενοικίων υποτροφίες σε άξιους σπουδαστές των οικονομικών επιστημών. Το θέαμα που αντίκρισε, επιεικέστατα χαρακτηριζόμενο, αποκαρδιωτικό. Έκδηλα τα σημάδια μακροχρόνιας εγκατάλειψης στην εξωτερική του όψη· άδηλη η κατάστασή του στο ακατοίκητο εσωτερικό, απροσπέλαστο από τον κλειδωμένο, απεριποίητο κήπο. Αίσθημα θλίψης και ντροπής κυριεύει τον γνωρίζοντα τον ανεκπλήρωτο προορισμό του.
Με στοιχειώδη, εξ αρχής, φροντίδα συντήρησης το τριώροφο αυτό σπίτι, σε μια τόσο προνομιακή θέση, θα μπορούσε να εξασφαλίσει αξιόλογη οικονομική αλλά και κοινωνική συμβολή στην επιστημονική κατάρτιση φιλοπρόοδων σπουδαστών.
Η περίπτωση, κάθε άλλο παρά σπάνια φοβούμαι, ενεργεί ως τεκμήριο αποθάρρυνσης μελλοντικών δωρεών και είναι σύστοιχη με τη μικρόψυχη κρατική πολιτική έναντι της Παιδείας, σε αντίθεση με την προς άλλες κατευθύνσεις εξαντλούμενη υστερόβουλη γενναιοδωρία.

Τετάρτη 3 Σεπτεμβρίου 2003

Η Πύρνα της Ινδίας

Τις φευγαλέες τηλεοπτικές εικόνες της 12ης/8 ήρθαν να συμπληρώσουν οι έγχρωμες φωτογραφίες της «Καθημερινής» του Δεκαπενταύγουστου, εγγράφοντας στο (σκεπτικίζον) συνειδητό μας, χάρη και στον εμπεριστατωμένο σχολιασμό της Ξ. Κουναλάκη, την μεγάλη ινδική γιορτή εξαγνισμού, που γίνεται -όχι μακριά από τις πηγές του- στον ιερό ποταμό Godavari, ο οποίος σε μήκος 1.500. χλμ. διαρρέει διαγώνια (ΒΔ-ΝΑ) το κέντρο της ινδικής χερσονήσου (Deccan) Ενδιαφέρουσα η χρονική σύμπτωση των παράλληλων αυτών πάνδημων, αλλά τόσο διαφορετικής μορφής, θρησκευτικών εκδηλώσεων χριστιανισμού και ινδουισμού. Υπάρχει όμως και μια άλλη σύμπτωση, καθόλου τυχαία, ιδιαιτέρου ενδιαφέροντος για τα καθ' ημάς: παραπόταμος του ιερού ποταμού Godavari στην ινδόφωνη πολιτεία Maharashtra λέγεται Purna, όπως Πύρνα (αρχικά, υ:ου) ονομάζεται και ο κηφισιώτικος παραπόταμος, (άφθονα τροφοδοτούμενος παλιά από το Κεφαλάρι), του ποτάμιου θεού Κηφισού.

Στο γράμμα μου, «Το αίνιγμα της Πύρνας», («Κ» 13/7), ετυμολογική ανίχνευση του ονόματός της οδηγεί στις ΒΔ ευρωπαϊκές εσχατιές του αδιάσπαστου πριν από την τουρκο-μογγολική λαίλαπα ινδοευρωπαϊκού τόξου, στο παλιό αγγλοσαξωνικό burna και τις σύγχρονες μορφές του στα Αγγλικά, Ολλανδικά και Γερμανικά που έχουν την έννοια: «ρυάκι, πηγές». Η ινδική Purna, στην αντίθετη, ΝΑ εσχατιά του τόξου, στις παρυφές των δραβιδικών γλωσσών, έρχεται να επισφραγίσει την άποψη της προελληνικής, ινδοευρωπαϊκής προέλευσης του ονόματος.

Κυριακή 13 Ιουλίου 2003

Το αίνιγμα της Πύρνας

Έχει και η Κηφισιά το ποτάμι της, την Πύρνα (ρέμα του Κοκκιναρά). Μπορεί το καλοκαίρι να μην έχει νερό, αλλά οι χειμωνιάτικες βροχές διατηρούν τα πλατάνια της, τα πιο θαλερά σε όλην την Κηφισιά, τώρα που στέρεψαν οι αμπολές της. Οι συννεφιασμένοι ουρανοί στις αρχές του χρόνου, στέλνοντας ασυνήθιστες ποσότητες βροχής, μεταμόρφωναν την Πύρνα ως τον Απρίλιο -και τις ηλιόλουστες ακόμη μέρες- σε ποτάμι που έμοιαζε αστείρευτο, εντύπωση ενισχυόμενη από τον ήχο κατακρημνιζόμενων νερών που ακουγόταν από τη γέφυρα της Εμμανουήλ Μπενάκη.

Πενήντα μέτρα πιο κάτω, πλάι στο στενό δρομάκι Ραγκαβή, σχεδόν αθέατος πίσω από συρματοπλέγματα μπερδεμένα με βάτα και σκουπίδια, ένας μικρός καταρράκτης, ίσως και δέκα μέτρων ύψους, ξάφνιαζε τον περαστικό, μεταφέροντάς τον σε αλλοτινούς τόπους και χρόνους. Λίγο πιο ψηλά από τη βάση του καταρράκτη, προσιτό όμως από την κοίτη της Πύρνας, ανοίγεται μικρό σπήλαιο, μάλλον απομεινάρι από μεγαλύτερο, του οποίου έχει καταπέσει η οροφή από τη διάβρωση των νερών που τρέχουν από πάνω.

Πριν από δύο και πλέον δεκαετίες, τρεις νεαρότατοι τότε Κηφισιώτες εξερευνώντας το σπήλαιο βρέθηκαν μπροστά στο άνοιγμα αγωγού, ο οποίος από το βάθος του σπηλαίου και αρκετά μέτρα κάτω από τη βραχώδη κοίτη της Πύρνας έβαινε περίπου παράλληλα με αυτήν.

Προχωρώντας με δυσκολία, λόγω λάσπης, υγρασίας, ακόμη και σταλακτιτών, σχεδόν με τα τέσσερα, διένυσαν απόσταση πέρα και από τη γέφυρα της Εμμανουήλ Μπενάκη προς τη λεωφόρο Κηφισίας μέχρις ενός σημείου, όπου ακούγονταν ομιλίες από παρόχθιους οικίσκους. Οι αυξανόμενες δυσχέρειες τους ανάγκασαν να επιστρέψουν. Διαπίστωσαν το εξής ενδιαφέρον: την οροφή του αγωγού καλύπτουν πλάκες και κατά διαστήματα υπάρχουν ίχνη κάθετων φρεατίων καταχωσμένων τώρα.

Το έργο αυτό που φέρνει στον νου, σε μεγάλη βέβαια σμίκρυνση, την αποχετευτική σήραγγα που είχαν αρχίσει να κατασκευάζουν οι Μινύες στην Κωπαΐδα 13 αιώνες π.Χ. (Jost Knauss: Kopais 1-3), πιστοποιεί, νομίζω, τη σημασία την οποία είχε για τους αρχαιότατους κατοίκους της Κηφισιάς το σπήλαιο, λατρευτικού, κατά πάσαν πιθανότητα χαρακτήρα, και τη φροντίδα τους να το διασφαλίσουν από την επαπειλούμενη διάβρωση, της οροφής του. Για τον σκοπό αυτόν παρακάμφθηκε υπογείως η βραχώδης κοίτη μέχρι του σημείου εκείνου όπου ήταν εύκολη η διάτρηση της και η εκτροπή του νερού στον αγωγό. Αν, όπως εύλογα μπορεί να υποτεθεί, αντικείμενο της λατρείας ήταν ποταμίδες Νύμφες, ο αγωγός προσέδιδε επιπλέον στο σπήλαιο ένα από τα κύρια χαρακτηριστικά των Νυμφαίων, την αναβλύζουσα πηγή.
Σε μία από τις τόσες ταραχώδεις περιόδους μετακίνησης πληθυσμών στη χώρα μας, η συντήρηση του αγωγού θα διακόπηκε με καταστροφικά αποτελέσματα για το πρώτο αυτό Νυμφαίο της Κηφισιάς, το οποίο αντικαταστάθηκε από το γνωστό σήμερα πλάι στον δρόμο του Κοκκιναρά μεταγενέστερο, με την πληθώρα ευρημάτων ρωμαϊκής εποχής.
Η παλαιότητα του πρώτου Νυμ φαίου συνάδει και με την αρχαιότατη προέλευση του ονόματος της Πύρνας, το οποίο είναι προελληνικό, αλλά ινδοευρωπαϊκό, όπως και των άλλων δύο ποταμών της Αττικής, του Κηφισού και του Ιλισού. Αναγνωρίζεται σήμερα ότι, εκτός από το «μεσογειακό» υπόστρωμα, υπήρχαν και προελληνικά φύλα ομιλούντα ινδοευρωπαϊκά ιδιώματα.

Πέρα από μεταγενέστερες ετυμο λογικές ακροβασίες σε σχήμα πρωθύστερο, όπως π.χ. η σύνδεση του ονόματος με τα «πύρνα», αρτίδια προσφερόμενα στις εορτές των Νυμφαίων, είναι προφανής η συγγένεια της Πύρνας με το παλαιό αγγλοσαξονικό burna, τα μεταγενέστερα αγγλ./σκωτ. bourn, burn: ρυάκι και τα γερμανικά Brunn, Brunnen, Born: πηγή και πηγαίο νερό, χρησιμοποιούμενα και ως πρώτο ή δεύτερο συνθετικό τοπωνυμίων Bournemouth, Paderborn. Ενδιαφέρον παρουσιάζει και η αναφερόμενη από τον Ηρόδοτο, Πυρήνη, ως τόπος των πηγών του Ιστρου - Δούναβη (εκτός από ομώνυμη Νύμφη).

Τρίτη 18 Φεβρουαρίου 2003

Ο Εθνικός μας Κήπος

Η γνωριμία μου, με συχνές επισκέψεις, χρονολογείται πάνω από τρία τέταρτα του αιώνα· δύο βήματα άλλωστε από τη «γενέτειρα», τη γνήσια τότε γραφική, την πολυύμνητη Πλάκα (αρβανίτικα: η Παλιά, όπως και η αντίστοιχη της Κηφισιάς). Μοναδικό καταπράσινο στολίδι, όαση μέσα στο αυχμηρό άστυ, ευλογημένη με το -(αδριάνειας ίσως προέλευσης)- άφθονο νερό της Μπουμπουνίστρας, με το δικό της μικροκλίμα ευεργετικής ευκρασίας.

Εμεινε αλώβητος και θαλερός στα πικρά χρόνια της κατοχής, όταν ξυλεύτηκαν άγρια πολλά τριγύρω βουνά. Παρά τις μεταβολές στο επίθετο του, που ακολουθούσαν τις καθεστωτικές αλλαγές της χώρας (βασιλικός / εθνικός), διατήρησε τη σοφή διαρρύθμιση του, —(αντίθετα με ό,τι κάναμε εμείς αργότερα με το συγκριτικά ανήσκιωτο Άλσος του Αρεως)-, την οποία οι Βαυαροί είχαν προσαρμόσει στις ανάγκες αντιμετώπισης των κλιματολογικών συνθηκών του ξηρού αθηναϊκού Λεκα(μι)νοπεδίου: πυκνή φύτευση υψηλών και αιωνόβιων δέντρων, στενά και ελικοειδή δρομάκια που εξασφάλιζαν αναπάντεχη δροσιά τους καλοκαιρινούς μήνες. Εκτός από το βοτανικό του Μουσείο, που ελάχιστοι γνωρίζουν, η αναγραφή σε πινακίδες πάνω στον κορμό των δέντρων του σχετικού ονόματος, έκανε συνάμα τον περίπατο επαγωγό πρώτο μάθημα φυτολογίας.

Τα τελευταία χρόνια παρατηρείται μια απαράδεκτη αλλαγή αυτής της φυσιογνωμίας του Κήπου. Η πυκνή περιμετρική βλάστηση δίπλα στα κιγκλιδώματα, όπως και πέριξ των εγκαταστάσεων της Φρουράς των Ευζώνων, καθώς και εγγύς του Κοινοβουλίου, έχει κυριολεκτικά αποδεκατιστεί και ο διερχόμενος από τους τριγύρω δρόμους βλέπει σε βάθος το αποψιλωμένο τοπίο. Δεν ξέρω αν ίσως λόγοι ασφαλείας, δεν βρήκαν άλλη, λιγότερο επώδυνη λύση· ποια είναι όμως η δικαιολογία της κοπής τόσων δέντρων στο εσωτερικό του Κήπου, χωρίς αντικατάσταση με άλλα της ίδιας κατηγορίας. Φοβούμαι δε ότι κάτι πινακίδες που εφιστούν γενικά και αόριστα την προσοχή των επισκεπτών για τον κίνδυνο πτώσης κλάδων (και τι θα μπορούσαν άραγε να κάνουν οι δύστυχοι για να προφυλαχτούν;) αποβλέπουν στην προληπτική κάλυψη ευθυνών έναντι της συντελούμενης δενδροκτονίας, την ώρα μάλιστα που πάνω από τα κεφάλια μας συρρικνώνεται δραματικά η προστατευτική ασπίδα του όζοντος.

Το βλαβερό έργο συμπληρώνεται με την άσκοπη διάνοιξη καινούργιων δρόμων και τη διαπλάτυνση των υφισταμένων, εις βάρος πάντοτε του πρασίνου. Ποιοι άραγε αποφάσισαν όλα αυτά τα «αναπτυξιακά», κατά τη συνήθη εργολαβική νοοτροπία, έργα που καταστρέφουν ανεπανόρθωτα τη φυσιογνωμία ενός μοναδικού φυσικού κάλλους μνημείου της άχαρης πόλης μας.

Όλη αυτή η τρομακτική δραστηριότητα συνοδεύεται από την επέλαση πληθώρας τροχοφόρων που έχουν ενσκήψει στο άλλοτε ειδυλλιακό καταφύγιο των ταλαίπωρων Αθηναίων.

Εντύπωση, πάντως, προξενεί, η εν όψει των τεκταινομένων, παγερή αδιαφορία των σύγχρονων κατοίκων αυτής της άφιλης πόλης. Εξεστι Νεοαθηναίοις ιδιωτεύειν;

Τρίτη 10 Δεκεμβρίου 2002

Ρέκβιεμ για την Κηφισιά του χθες

Στην καταλυτική εποχή μας όπου η πρωτόγνωρη υλική ευημερία προκύπτει από την αντίστοιχη καταστροφή φυσικών πόρων και περιβάλλοντος, η άλλοτε κηπούπολη Κηφισιά χάνει ραγδαία τον προαιώνιο χαρακτήρα της, στον οποίο οφείλει το όνομα της (Κηφισός: ο ποταμός των «κήπων». Robert Graves «The Greek myths»). Ο εμβληματικός πλάτανος, που κίνησε τον θαυμασμό του Χάνς Κρίστιαν Άντερσεν, μένει μόνο ως όνομα της κεντρικής πλατείας. Τα σκιερά πλατάνια που πλαισίωναν την οδό Όθωνος, καχεκτικά τώρα, πνέουν τα λοίσθια. Οι υψίκορμες λεύκες της οδού Δεληγιάννη ανήκουν πλέον στο παρελθόν, όπως και οι αείροες «αμπολές», αυλάκια κατά μήκος των δρόμων, όπου τα νερά κελάρυζαν χειμώνα-καλοκαίρι, τρέφοντας τις θα-λερές δεντροστοιχίες θύματα όλα των ανεξέλεγκτων γεωτρήσεων που κατέβασαν τη στάθμη των υπόγειων υδάτων.

Μαζί με τους κήπους χάθηκαν και οι περισσότερες ίσως από τις αξιόλογες για την ποικιλία των ρυθμών τους, επαύλεις, για να δώσουν τη θέση τους σε πυκνοδομημένες «μεζονέτες» (και πριζονέτες). Από τα κηρυχθέντα «διατηρητέα», μερικά αφέθηκαν στη φθορά του χρόνου, με αξιοθρήνητο παράδειγμα τον ιστορικό οικίσκο, απ' όπου ξεκίνησε ο Παύλος Μελάς για τον Μακεδονικό Αγώνα ("Η Κηφισιά αγνωμονούσα"(23/1/2002)). Κάποια άλλα ανα(παρα)μορφώνονται με κακοήθεις (ιατρικώς) νεοπλασίες, οι οποίες αναπτύσσονται στα νοσογόνα πλαίσια του ισχύοντος ΓΟΚ για να στεγάσουν επαξίως την κοινωνική καταξίωση των όψιμων Κροίσων του «ιδιότυπου» σοσιαλιστικού μετασχηματισμού της χώρας μας. («Σοσιαλιστική Οικονομία», κύριο άρθρο «Κ» 1.12.02). Ενός Οικοδομικού Κανονισμού, ο οποίος περιορίζει σε ελάχιστα μέτρα (εύρους δωματίου) την απόσταση του κτίσματος από τα όρια του οικοπέδου, απόσταση συνήθως ακατάλληλη για δενδροφύτευση, λόγω υφαρπαγής του κάτωθεν χώρου από υπόγειες προεκτάσεις.

Την εικόνα συμπληρώνει η πανελλήνια τάση στεγανοποίησης κάθε ελεύθερης επιφάνειας με πλακοστρώσεις ή τσιμεντοστρώσεις απ' άκρη σ' άκρη, οι οποίες αποτρέπουν την ευεργετική απορρόφηση της βροχής από τη γη για την ανανέωση των υδάτινων αποθεμάτων του υπεδάφους, επιτείνοντας το κακό των αλόγιστων γεωτρήσεων. Τα αποτελέσματα είναι ιδιαίτερα εμφανή στην όψη των απομενόντων αλσυλλίων κατά τους θερινούς μήνες. Και φθάνουμε στο μεγάλο Αλσος Συγγρού, μήλον της Εριδος, χρόνια εγκαταλειμμένο στα μακρόπνοα σχέδια ανταγωνιζομένων δήμων, με τον εργολαβικό Μινώταυρο της αξιοποίησης (Α. Καρκαγιάννη (01/12/2002): Iδού ο Mινώταυρος!..) καραδοκούντα στον λαβύρινθο διαπλεκόμενων συμφερόντων.

Κάτι ανάλογο προοιωνίζονται, φοβούμαι, για το μοναδικού φυσικού κάλλους κτήμα του Τατοΐου, βλέψεις που έχουν εκδηλωθεί στο παρελθόν από οικοδομικούς συνεταιρισμούς και περιοίκους, οι οποίοι, αφού πούλησαν τα χωράφια τους σε Αθηναίους που έκτισαν επαύλεις, συνέπηξαν σύλλογο ακτημόνων!

Αψίκοροι, κοντόθωροι ατομικιστές, παραμένουμε πιστοί στο σύνθημα «εδώ και τώρα», που πριν από μερικά χρόνια παρέσυρε ορμητικά το μέγα πλήθος.

Τετάρτη 23 Ιανουαρίου 2002

Η Κηφισιά αγνωμονούσα

Οι παλαιότεροι Κηφισιώτες ήταν υπερήφανοι για ένα στολίδι της μνήμης της πόλης τους: τον απέριττο ειδυλιακό οικίσκο μέσα στον κατάφυτο κήπο της οδού Τατοΐου (50), απ' όπου ξεκίνησε ο Παύλος Μελάς το 1904 για την ηρωική πορεία του προς τη θυσία και τη δόξα.

Άλλοτε προσφιλές θερινό ενδιαίτημα, μεταξύ άλλων και επιφανών ευεργετών η Κηφισιά, σήμερα θύμα καλπάζουσας κακοήθους νεοπλασίας, οικοδομικής και κοινωνικής, μένει αδιάφορη μπροστά στη βεβήλωση του χώρου απ' όπου ξεκίνησε το όραμα της ελληνικής Μακεδονίας για να γίνει πραγματικότητα. Το γραφικό ιστορικό σπιτάκι ρημάζει στην εγκατάλειψη. Ο καταπράσινος κήπος, τον οποίο πριν από λίγα χρόνια ζωντάνευαν τα στιβαρά γλυπτά της εγγονής του Παύλου Μελά, Ναταλίας, τώρα κρανίου τόπος. Η πετρόχτιστη μάντρα κατεδαφισμένη και στη θέση της βάρβαρο συρματόπλεγμα. Η αναμνηστική πλάκα στην πύλη του κήπου, μουτζουρωμένη με κόκκινη μπογιά για να σβήσει κάθε ίχνος μνήμης. Μια σκέτη ντροπή για την Κηφισιά και για όλους μας, αλλά και επαίσχυντος εμπαιγμός της έννοιας του "διατηρητέου".

Κατά τα άλλα συναγειρόμενοι εναντίον της "ζηλόφθονης" Δύσης, κατηγορουμένης για σκευωρίες κατά της εθνικής μας ταυτότητας, διαπρέπουμε στις πατριωτικές κορώνες.

Παρασκευή 22 Ιουνίου 2001

Σκέψεις από μια έκθεση (ετρουσκική)

Στους λάτρεις της ασύγκριτης ομορφιάς της η πασχαλινή Βενετία επεφύλασσε μια ακόμη αισθητική απόλαυση: τη θαυμάσια οργανωμένη Εκθεση Ετρουσκικού Πολιτισμού σε παλάτι του παραμυθένιου Canal Grande. Στην είσοδο, απώτατος συνδετικός μας κρίκος, η επιτύμβια στήλη από τη Λήμνο πεσόντος πολεμιστή, όπου ανιχνεύεται η υπαινικτική λέξη «μαράζ» στην εγχάρακτη τυρρηνική / ετρουσκική επιγραφή. Στις αίθουσες των εκθεμάτων άφθονες οι αναφορές στίς μαρτυρίες των αρχαίων ιστορικών μας για την παρουσία των -μικρασιατικής ίσως προέλευσης - Τυρρηνών / Ετρούσκων και σε άλλα εκτός της Λήμνου σημεία της χώρας μας. Πολλά επίσης τα δείγματα της ελληνικής επίδρασης στην τέχνη τους· εμφανές το ιωνικό μειδίαμα στις μορφές των πήλινων συζυγικών ζευγών που, ανακαθισμένα συμποτικά πάνω στίς σαρκοφάγους τους, μεταφέρουν στη μέλλουσα ζωή την ατμόσφαιρα, της επίγειας ευδαιμονίας τους. «Τρυφηλοί» κατά τους τραχείς πρώιμους Ρωμαίους, αλλά φύσεις βαθιά καλλιτεχνικές που χαίρονταν τη ζωή, χαρίσματα κληροδοτημένα γενετικά ανά τους αιώνες στα προικισμένα τέκνα της ευλογημένης γενέθλιας γης της Ετρουρίας / Τοσκάνης και της ευρύτερης Κεντρικής και Β. Ιταλίας, όπου είχαν απλωθεί οι πολυτάλαντοι Ετρούσκοι. (Τοσκάνη: μήτρα της Αναγέννησης).

Ξάφνου, σε μια από τις αίθουσες υποβλητικός λόγος πρωτόγνωρος καθηλώνει τον επισκέπτη: ύστερα από δύο χιλιετίες σιωπής ο λόγος των Ετρούσκων αναδύεται παλλόμενος από τα βάθη της ιστορίας, όπως έχει από τυπωθεί σε επιγραφικά κείμενα πλήρως αναγνώσιμα χάρη στην ευβοϊκή παραλλαγή του ελληνικού αλφαβήτου που χρησιμοποιούσαν οι Ετρούσκοι, αν και το νόημα των περισσότερων λέξεων παραμένει σκοτεινό.

Αυθόρμητα πάει ο νους: στη δυνατότητα ανάλογου εγχειρήματος στο Αρχαιολογικό μας Μουσείο, με την εκφορά π.χ., αποσπασμάτων του Επιταφίου του Περικλέους. Εξυπακούεται βεβαίως με την επιστημονικά επικυρωμένη γνήσια προφορά των κλασικών χρόνων: τη απαλλαγμένη από την ένδεια του ιωτακισμού, με τους πραγματικούς (μη συμπροφερόμενους) δι-φθόγγους και τον απαράμιλλο ευφωνικό πλούτο των μακρών και βραχέων φωνηέντων της ινδοευρωπαϊκής καταγωγής της· με τα σύμφωνα -β, γ, δ- (b, g, d) πριν από την τριβή τους που στέρησε και τα τεκμηριώδη πρόβατα του Κρατίνου, «βληχώμενα βη, βη», από το προαιώνιο βέλασμα τους (μπέε, μπέε)· με το σύστημα τονισμού της μουσικά διακυμαινόμενης φωνής.

Στοιχεία που προσπάθησαν κατά το δυνατόν να αποτυπώσουν οι Αλεξανδρινοί, προς ανέφικτη φευ διάσωση, με τους τόνους και τα πνεύματα, όταν τα στοιχεία αυτά -πέρα από τη φυσιολογική εξέλιξη της γλώσσας-χάνονταν με την ευρεία διάδοσή της σε εξελληνιζόμενους σημιτικούς και άλλους πληθυσμούς, οι οποίοι, φύσει, δεν διέθεταν ανάλογες φθογγολογικές ικανοτητες.

Αξιοσημείωτο είναι ότι αρχές 1967 το εγχείρημα -συναρπαστικό- μόλις είχε ξεκινήσει να μεταδίδεται από το κρατικό ραδιόφωνο, πριν το εξοβελίσει αυθωρεί η κενόσοφη πατραγαθία των απριλιανών. Ας ξανατολμήσουμε, ωριμότεροι.